Δεκ 11

.

.

.

.

Τα φώτα ένα-ένα έσβηναν,

δυο-δυο σαν άναβαν τα φλας

εφήμερων αστέρων - επιβήτορων

κάθε λογής γλυκιάς ελπίδας.

.

Η λάμψη της στιγμής, ήταν σαφώς αδύναμη

αξία να προσδώσει στη σκουριά,

όσων, με δεξιοτεχνία βέβαια,

αξίες απαξίωναν κι έσπρωχναν στον κατήφορο.

.

Σβαρνίζονταν λοιπόν στον ξεπεσμό

-μετά των μετοχών των στα χρηματιστήρια-

ακολουθούμενοι από μεγαλοσχήμονες,

από δασκάλους και αιρετούς διαχειριστές της εξουσίας.

.

Μεσ` απ` τον ξεπεσμό αναδεικνύονταν ο φόβος,

πού`γινε πια συναίσθημα κυρίαρχο.

φόβος για τα υπάρχοντα εις τους κατέχοντες·

όχι, όχι για τα μελλούμενα, μόνο για τα απτά ο φόβος.

.

Σιώπησαν οι ποιητές. Χώθηκαν μέσα στα βιβλία

-του παρελθόντος- να δουν γι` αυτά που έρχονται

κι είν` η σιωπή ενδεικτική της σύγχυσης.

Κραυγάζουσα σιωπή, αναφερόμενη στου πλούτου την ανία.

.

γ.φ.

31.05.09

Νοε 29

.

.

.

.

Κάποτε ζωγράφιζε μόνο τοπία.

Ύστερα κάτι μπλε κι αέρινες γραμμές,

κάτι σχήματα κάπως αφηρημένα,

και κύκλους με απροσδιόριστες σκιές.

Μα τώρα βάλθηκε να ζωγραφίσει

την πύλη του παράδεισου

κι είχε στο νου δυο μάτια λαμπερά

μία εξαίσια ματιά, μια οπτασία.

Γαλάζιο, έλεγε,

ουράνιο χρώμα καθαρό!

Κι ύστερα τ` άλλαξε σε πράσινο

γήινο πράσινο βαθύ, γλυκοτραγουδισμένο.

Ετούτη τη ματιά ζωγράφισε επάνω στο χαρτί

και έβαλε επιγραφή Η Πύλη του Παράδεισου“·

δυο μάτια λαμπερά, πολύ μεγάλα, και αμυγδαλωτά·

μόνο, το χρώμα… τούβγαιν` απροσδόκητα μελί.

Την κοίταγε την πύλη του παράδεισου

μα ως εκεί.

Και ένοιωθε το φύλακα,

που κράταγε την πύλη ερμητικά κλειστή·

ήταν εκεί φυλάγοντας την όμορφη ματιά,

τα μάτια τα μεγάλα, τα αμυγδαλωτά

εξαίσια οπτασία

σε χρώμα: Ανοιχτόχρωμο Μελί.

Νοε 25

.

.

.

.

Ένα φιλί ερωτικό,

δεν ήταν, βέβαια, επιτρεπτό.

Έτσι, απλά και φιλικά

τη φίλησε στο μάγουλο·

.

στ` αριστερό το μάγουλο

ενώ, μες στη μικρή διάρκεια,

άγγιζε με το χέρι του

τον ποθητό λαιμό της.

.

Ύστερα αναστέναξε

(υποκριτικά) ελαφρά,

της χαμογέλασε

κι έφυγε μακριά της.

.

Ήταν το πιότερο

που μπόρεσε να δώσει.

Ένα φιλί στο μάγουλο

απλό και φιλικό.

.

Όμως αυτός εισέπραξε

το χάδι στο λαιμό της!

Κι ήταν το χάδι του

βαθειά ερωτικό!

Γ.Φ. 25.11.2011

Νοε 24

.

.

.

so gerne lachte sie

und machte sie dabei ein herrliches Gesicht.

Ihre Augen! Oh, wie die Augen strahlten!

.

Nur wenige von denen,

die sie erlaubte ihr zu nähern,

Konnten an ihrem Blick eine Trübsal lesen.

.

Nur an Wenige

öffnete sie ihr Herz

um gelesen zu werden

.

und war in ihrem Herzen

viel zu lesen

und hatte ihr Herz

viele Qualen zu erzählen.

G.F. 22.11.11

Νοε 23

.

.

.

.

δεν έμεινε μυαλό για σκέψεις,

μήτε καιρός·

είναι ο χρόνος, όπως πάντα, βιαστικός

μόνο εικόνες πλέον βλέπει·

να, βλέπει μπαλκόνια

να ψηλώνουν ξαφνικά

πάν` από  πόρτες

-πούναι τώρα χαμηλές-

μανταλωμένες,

οι στέγες των σπιτιών

κατσουφιασμένες·

να βγαίνει από μέσα μια σιωπή

σαν άδειασαν τα βλέμματα των φίλων

μες στις γεμάτες αίθουσες

πούναι σαν αδειανές.

Στο πάτωμα ριγμέν` η εφημερίδα·

ούτ` ένα νέο, ούτε μια γραφή,

ούτ` ένα τηλεφώνημα,

μία κραυγή, ένα σινιάλο

απ` την ξαδέλφη Τύχη·

και στο ορίζοντα μόνο γραμμές

από τ` αεροπλάνα·

τα τρένα, θύματα κι αυτά της απεργίας

απόντες οι Θεοί απ` τη σκηνή

εξαιρουμένης μόνο της Εστίας.

« Previous Entries