.
.
.
.
Τα φώτα ένα-ένα έσβηναν,
δυο-δυο σαν άναβαν τα φλας
εφήμερων αστέρων - επιβήτορων
κάθε λογής γλυκιάς ελπίδας.
.
Η λάμψη της στιγμής, ήταν σαφώς αδύναμη
αξία να προσδώσει στη σκουριά,
όσων, με δεξιοτεχνία βέβαια,
αξίες απαξίωναν κι έσπρωχναν στον κατήφορο.
.
Σβαρνίζονταν λοιπόν στον ξεπεσμό
-μετά των μετοχών των στα χρηματιστήρια-
ακολουθούμενοι από μεγαλοσχήμονες,
από δασκάλους και αιρετούς διαχειριστές της εξουσίας.
.
Μεσ` απ` τον ξεπεσμό αναδεικνύονταν ο φόβος,
πού`γινε πια συναίσθημα κυρίαρχο.
φόβος για τα υπάρχοντα εις τους κατέχοντες·
όχι, όχι για τα μελλούμενα, μόνο για τα απτά ο φόβος.
.
Σιώπησαν οι ποιητές. Χώθηκαν μέσα στα βιβλία
-του παρελθόντος- να δουν γι` αυτά που έρχονται
κι είν` η σιωπή ενδεικτική της σύγχυσης.
Κραυγάζουσα σιωπή, αναφερόμενη στου πλούτου την ανία.
.
γ.φ.
31.05.09